συλλαμβάνω


συλλαμβάνω
συλ|λαμβάνω 1. ['схватывать'] объединять (ср. συλλαβή ≃ слог; силлабический); 2. ['хватать'] арестовывать; 3. ['браться за что вместе с кем'] помогать, действовать заодно

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "συλλαμβάνω" в других словарях:

  • συλλαμβάνω — collect pres subj act 1st sg συλλαμβάνω collect pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συλλαμβάνω — συλλαμβάνω, συνέλαβα βλ. πίν. 165 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συλλαμβάνω — και συλλαβαίνω συνέλαβα, συλλήφθηκα 1. πιάνω κάποιον, ενεργώ σύλληψη: Δεν μπόρεσαν να συλλάβουν τους δράστες. – Στον πόλεμο είχε συλληφθεί αιχμάλωτος. 2. σχηματίζω στο νου μου: Συνέλαβε μια καλή ιδέα. 3. φωτογραφίζω: Τον συνέλαβε ο φωτογραφικός… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συλλαμβάνω — ΝΜΑ, και διαλ. τ. συλλαβαίνω Ν [λαμβάνω] 1. (σχετικά με πρόσ. ή ζώο) πιάνω κάποιον ή κάτι καλά και δεν τόν αφήνω να φύγει, κατακρατώ βίαια κάποιον (α. «η αστυνομία συνέλαβε όλους τους υπόπτους» β. «συνέλαβον αὐτὸν καὶ ἀπήχθη εἰς τὸ δεσμωτήριον»,… …   Dictionary of Greek

  • συλλαμβάνω — [силламвано] р …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ξυλλαμβάνῃ — συλλαμβάνω collect pres subj mp 2nd sg συλλαμβάνω collect pres ind mp 2nd sg συλλαμβάνω collect pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συλλαμβάνετε — συλλαμβάνω collect pres imperat act 2nd pl συλλαμβάνω collect pres ind act 2nd pl συλλαμβάνω collect imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συλλαμβάνῃ — συλλαμβάνω collect pres subj mp 2nd sg συλλαμβάνω collect pres ind mp 2nd sg συλλαμβάνω collect pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνειλημμένα — συλλαμβάνω collect perf part mp neut nom/voc/acc pl συνειλημμένᾱ , συλλαμβάνω collect perf part mp fem nom/voc/acc dual συνειλημμένᾱ , συλλαμβάνω collect perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυλλαβόντων — συλλαμβάνω collect aor part act masc/neut gen pl συλλαμβάνω collect aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυλλαμβανόντων — συλλαμβάνω collect pres part act masc/neut gen pl συλλαμβάνω collect pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)